chary
cha
ˈʧɛə
cheē
ry
ri
ri
clary

Ορισμός και σημασία του "chary"στα αγγλικά

01

προσεκτικός, διστακτικός

afraid and cautious of the possible outcomes of an action, thus reluctant to take risks or action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chariest
συγκριτικός βαθμός
charier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His chary approach to lending money was a result of previous bad experiences. 

Η προσεκτική του προσέγγιση στο δάνειο ήταν αποτέλεσμα προηγούμενων κακών εμπειριών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store