Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chary
01
προσεκτικός, διστακτικός
afraid and cautious of the possible outcomes of an action, thus reluctant to take risks or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chariest
συγκριτικός βαθμός
charier
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, cognition, emotion
Παραδείγματα
His chary approach to lending money was a result of previous bad experiences.
Η προσεκτική του προσέγγιση στο δάνειο ήταν αποτέλεσμα προηγούμενων κακών εμπειριών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
charily
chariness
chary



























