Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
chary
01
προσεκτικός, διστακτικός
afraid and cautious of the possible outcomes of an action, thus reluctant to take risks or action
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
chariest
συγκριτικός βαθμός
charier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Although interested, he remained chary about signing the contract without further review.
Παρόλο που ενδιαφέρθηκε, παρέμεινε προσεκτικός όσον αφορά την υπογραφή της σύμβασης χωρίς περαιτέρω εξέταση.
Λεξικό Δέντρο
charily
chariness
chary



























