chartered
char
ˈʧɑ:
chaa
tered
təd
tēd
chambered

Ορισμός και σημασία του "chartered"στα αγγλικά

01

ναυλωμένος, ενοικιασμένος

(of a plane, ship, or boat) hired for a special purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
transportation, commerce

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unchartered
chartered
charter
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store