charlotte
char
ˈʃɑr
σαρ
lotte
lət
λατ
/ʃˈɑːlət/

Ορισμός και σημασία του "charlotte"στα αγγλικά

01

σαρλότα, σαρλότα με φρούτα

a cooked dessert made with sponge cake, biscuits or lady fingers placed in a mold and filled with whipped cream and fruits
charlotte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
charlottes
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store