charmed
charmed
ʧɑrmd
τσαρμντ
/t‍ʃˈɑːmd/

Ορισμός και σημασία του "charmed"στα αγγλικά

01

γοητευμένος, μαγεμένος

enchanted, delighted, or captivated by something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most charmed
συγκριτικός βαθμός
more charmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The audience was charmed by the performer ’s wit and charisma.
Το κοινό γοητεύτηκε από την ευστροφία και το χάρισμα του καλλιτέχνη.
02

γοητευμένος, μαγεμένος

strongly attracted
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store