charmed
charmed
ʧɑ:md
chaamd
charged

Ορισμός και σημασία του "charmed"στα αγγλικά

01

γοητευμένος, μαγεμένος

enchanted, delighted, or captivated by something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most charmed
συγκριτικός βαθμός
more charmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt utterly charmed by the peaceful garden. 

Ένιωσε εντελώς γοητευμένος από τον ήρεμο κήπο.

02

γοητευμένος, μαγεμένος

strongly attracted 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store