Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
charmed
01
γοητευμένος, μαγεμένος
enchanted, delighted, or captivated by something or someone
Παραδείγματα
The audience was charmed by the performer ’s wit and charisma.
Το κοινό γοητεύτηκε από την ευστροφία και το χάρισμα του καλλιτέχνη.
02
γοητευμένος, μαγεμένος
strongly attracted
Λεξικό Δέντρο
charmed
charm



























