Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
charmed
01
γοητευμένος, μαγεμένος
enchanted, delighted, or captivated by something or someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most charmed
συγκριτικός βαθμός
more charmed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt utterly charmed by the peaceful garden.
Ένιωσε εντελώς γοητευμένος από τον ήρεμο κήπο.
02
γοητευμένος, μαγεμένος
strongly attracted
Λεξικό Δέντρο
charmed
charm



























