Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
charismatic
01
χαρισματικός, μαγνητικός
having an appealing and persuasive personality that attracts and influences others
Παραδείγματα
The charismatic salesman effortlessly convinces customers with his persuasive pitch and confidence.
Ο χαρισματικός πωλητής πείθει αβίαστα τους πελάτες με την πειστική παρουσίαση και την αυτοπεποίθησή του.
Λεξικό Δέντρο
charismatic
charisma



























