charisma
cha
ris
ˈrɪz
riz
ma

Ορισμός και σημασία του "charisma"στα αγγλικά

01

χάρισμα, προσωπική γοητεία

a compelling charm or attractiveness that inspires devotion and enthusiasm in others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
His charisma made him a popular leader among his peers. 

Η χάρισμά του τον έκανε δημοφιλή ηγέτη ανάμεσα στους συνομηλίκους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

charismatic
charisma
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store