Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Chariot
01
άρμα, αμάξι
a vehicle with two wheels, drawn by horses, used in ancient times for warfare and racing
Παραδείγματα
The chariot raced around the arena, cheered on by spectators at the ancient games.
Το άρμα έτρεξε γύρω από την αρένα, επευφημούμενο από τους θεατές στα αρχαία παιχνίδια.
02
άρμα, άμαξα
a light four-wheeled horse-drawn carriage used for processions or ceremonies
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chariots
Παραδείγματα
The king rode through the city in a golden chariot.
Ο βασιλιάς πέρασε από την πόλη σε ένα χρυσό άρμα.
to chariot
01
μεταφέρω με άρμα, μετακομίζω με άρμα
to carry or convey someone or something using a chariot
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
chariot
γ΄ ενικό πρόσωπο
chariots
ενεστώτα μετοχή
charioting
απλός αόριστος
charioted
παθητική μετοχή
charioted
Παραδείγματα
The soldiers charioted supplies across the battlefield.
Οι στρατιώτες μετέφεραν τα εφόδια μέσα στο πεδίο της μάχης.
02
οδηγώ άρμα, ταξιδεύω με άρμα
to ride in a chariot, either ceremonially or in battle
Παραδείγματα
The prince charioted through the streets during the parade.
Ο πρίγκιπας αρματοδρόμησε στους δρόμους κατά τη διάρκεια της παρέλασης.



























