charger
char
ˈʧɑ:
chaa
ger
ʤə
chartercharmerchanger

Ορισμός και σημασία του "charger"στα αγγλικά

01

φορτιστής, φορητός φορτιστής

a device that can refill a battery with electrical energy 
charger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chargers
Παραδείγματα
I always carry a portable charger to ensure my phone doesn’t run out of battery during long trips. 

Πάντα κουβαλάω ένα φορητό φορτιστή για να διασφαλίζω ότι το τηλέφωνό μου δεν θα εξαντληθεί από την μπαταρία κατά τη διάρκεια μεγάλων ταξιδιών.

02

πολεμικό άλογο, άλογο μάχης

a strong and fast horse trained for use in battle 
Παραδείγματα
The knight rode his charger into combat. 

Ο ιππότης καβάλησε τον πολεμικό του άλογο στη μάχη.

03

υποπιάτο, διακοσμητικό πιάτο

a large, decorative plate placed beneath smaller plates or bowls during formal dining 
Παραδείγματα
The table was set with elegant silver chargers. 

Το τραπέζι ήταν στρωμένο με κομψά ασημένια chargers.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store