charger
Pronunciation
/ˈʧɑrʤɚ/

Ορισμός και σημασία του "charger"στα αγγλικά

01

φορτιστής, φορητός φορτιστής

a device that can refill a battery with electrical energy
charger definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
chargers
Παραδείγματα
He plugged his tablet into the charger before going to bed, so it would be fully charged by morning.
Έβαλε το τάμπλετ του στο φορτιστή πριν πάει για ύπνο, ώστε να είναι πλήρως φορτισμένο το πρωί.
02

πολεμικό άλογο, άλογο μάχης

a strong and fast horse trained for use in battle
Παραδείγματα
The king 's charger was decorated with armor.
Ο charger του βασιλιά ήταν διακοσμημένος με πανοπλία.
03

υποπιάτο, διακοσμητικό πιάτο

a large, decorative plate placed beneath smaller plates or bowls during formal dining
Παραδείγματα
The host polished the chargers for the evening meal.
Ο οικοδεσπότης γύρισε τα διακοσμητικά πιάτα για το βραδινό γεύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store