changeful
chan
ˈʧeɪn
chein
geful
ʤfʊl
jfool
chanceful

Ορισμός και σημασία του "changeful"στα αγγλικά

01

μεταβλητός, ασταθής

having a tendency to shift or transform frequently, marked by constant variation or unpredictability 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changeful
συγκριτικός βαθμός
more changeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The changeful weather made it necessary to carry both an umbrella and sunglasses. 

Ο μεταβλητός καιρός έκανε απαραίτητο να κουβαλάμε και ομπρέλα και γυαλιά ηλίου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store