Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
changeful
01
μεταβλητός, ασταθής
having a tendency to shift or transform frequently, marked by constant variation or unpredictability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changeful
συγκριτικός βαθμός
more changeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She preferred the changeful atmosphere of the city, where something new always happened.
Προτιμούσε την αλλαζούσα ατμόσφαιρα της πόλης, όπου συνέβαινε πάντα κάτι νέο.
Λεξικό Δέντρο
changefulness
changeful
change



























