Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
changeful
01
μεταβλητός, ασταθής
having a tendency to shift or transform frequently, marked by constant variation or unpredictability
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changeful
συγκριτικός βαθμός
more changeful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The changeful weather made it necessary to carry both an umbrella and sunglasses.
Ο μεταβλητός καιρός έκανε απαραίτητο να κουβαλάμε και ομπρέλα και γυαλιά ηλίου.
Λεξικό Δέντρο
changefulness
changeful
change



























