Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
changed
01
αλλαγμένος, μεταμορφωμένος
altered or transformed in nature or appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changed
συγκριτικός βαθμός
more changed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The changed dynamics in the classroom fostered a more collaborative learning environment.
Οι αλλαγμένες δυναμικές στην τάξη ενίσχυσαν ένα πιο συνεργατικό περιβάλλον μάθησης.
02
αλλαγμένος, τροποποιημένος
made or become different in some respect
03
αλλαγμένος, μεταμορφωμένος
changed in constitution or structure or composition by metamorphism
Λεξικό Δέντρο
unchanged
changed
change



























