changed
changed
ʧeɪnʤd
τσειντζντ
chargedchanted

Ορισμός και σημασία του "changed"στα αγγλικά

01

αλλαγμένος, μεταμορφωμένος

altered or transformed in nature or appearance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changed
συγκριτικός βαθμός
more changed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
state, appearance, transformation
Παραδείγματα
The changed landscape bore little resemblance to its previous state after the storm. 

Το αλλαγμένο τοπίο έφερε ελάχιστη ομοιότητα με την προηγούμενη κατάστασή του μετά τη θύελλα.

02

αλλαγμένος, τροποποιημένος

made or become different in some respect 
03

αλλαγμένος, μεταμορφωμένος

changed in constitution or structure or composition by metamorphism 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unchanged
changed
change
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store