Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
changeable
01
ελαστικός, ασταθής
characterized by frequent or unpredictable changes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most changeable
συγκριτικός βαθμός
more changeable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The weather in the mountains is notoriously changeable, with conditions shifting rapidly.
Ο καιρός στα βουνά είναι ευρέως γνωστός για την ασταθή του φύση, με συνθήκες που αλλάζουν γρήγορα.
02
μεταβλητός, αλλακτικός
capable of altering form, character, or nature
Παραδείγματα
The material is changeable under heat.
Το υλικό είναι αλλαξίμορφο υπό τη θερμότητα.
03
μεταβλητός, ιριδίζων
exhibiting different colors when viewed from varying angles or light
Παραδείγματα
The gemstone is changeable, showing blues and greens.
Ο πολύτιμος λίθος είναι μεταβλητός, δείχνοντας μπλε και πράσινα.
04
μεταβλητός, τροποποιήσιμος
liable or subject to modification or alteration
Παραδείγματα
Terms of the contract are changeable upon mutual agreement.
Οι όροι της σύμβασης είναι αλλαξιμοι με αμοιβαία συμφωνία.
Λεξικό Δέντρο
changeability
changeableness
unchangeable
changeable
change



























