Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Challenger
01
αντίπαλος, προκλητής
someone who competes against another person or group with the intention of winning, proving themselves, or achieving a specific goal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
challengers
Παραδείγματα
She is the top challenger in the upcoming election.
Είναι η κορυφαία αντίπαλος στις επερχόμενες εκλογές.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
challenger
challenge



























