Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Challenger
01
αντίπαλος, προκλητής
someone who competes against another person or group with the intention of winning, proving themselves, or achieving a specific goal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
challengers
Παραδείγματα
The young boxer emerged as a strong challenger for the championship title.
Ο νέος πυγμάχος αναδύθηκε ως ένας ισχυρός αμφισβητητής για τον τίτλο του πρωταθλήματος.
Λεξικό Δέντρο
challenger
challenge



























