Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chaffer
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
to engage in casual or idle conversation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chaffer
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaffers
ενεστώτα μετοχή
chaffering
απλός αόριστος
chaffered
παθητική μετοχή
chaffered
Παραδείγματα
During the lunch break, coworkers chaffered in the break room, sharing jokes and stories.
Κατά τη διάρκεια του διαλείμματος για μεσημεριανό γεύμα, οι συνάδελφοι συζητούσαν αδιάφορα στο δωμάτιο ανάπαυσης, μοιράζοντας ανέκδοτα και ιστορίες.
02
παζαρεύω, διαπραγματεύομαι την τιμή
to negotiate over the price of goods or services
Intransitive
Παραδείγματα
The tourists decided to chaffer at the local bazaar, enjoying the cultural experience of bargaining for souvenirs.
Οι τουρίστες αποφάσισαν να παζαρέψουν στην τοπική αγορά, απολαμβάνοντας την πολιτιστική εμπειρία της συμφωνίας για τα αναμνηστικά.



























