Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to chaffer
01
κουβεντιάζω, φλυαρώ
to engage in casual or idle conversation
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
chaffer
γ΄ ενικό πρόσωπο
chaffers
ενεστώτα μετοχή
chaffering
απλός αόριστος
chaffered
παθητική μετοχή
chaffered
Παραδείγματα
As they sat around the campfire, they chaffered late into the night, sharing stories and laughter.
Καθώς κάθονταν γύρω από τη φωτιά της κατασκήνωσης, συζητούσαν μέχρι αργά τη νύχτα, μοιράζονταν ιστορίες και γέλιο.
02
παζαρεύω, διαπραγματεύομαι την τιμή
to negotiate over the price of goods or services
Intransitive
Παραδείγματα
The street market was bustling with people chaffering over fresh produce and handmade crafts.
Η πλατεία της αγοράς ήταν γεμάτη με ανθρώπους που παζάρευαν για φρέσκα προϊόντα και χειροποίητα είδη.



























