Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cession
01
παραχώρηση
the act of surrendering a right, land, or property to a country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cessions
Παραδείγματα
The cession of the region was formalized with the signing of the agreement between the two nations.
Η παραχώρηση της περιοχής επισημοποιήθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ των δύο εθνών.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
precession
procession
recession
cession



























