to censure
cen
ˈsɛn
sen
sure
ʃə
shē

Ορισμός και σημασία του "censure"στα αγγλικά

to censure
01

επικρίνω, κατακρίνω

to strongly criticize in an official manner 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
censure
γ΄ ενικό πρόσωπο
censures
ενεστώτα μετοχή
censuring
απλός αόριστος
censured
παθητική μετοχή
censured
Παραδείγματα
The teacher had to censure a student who consistently disrupted the class. 

Ο δάσκαλος έπρεπε να επικρίνει έναν μαθητή που διατάρασσε συνεχώς την τάξη.

01

λογοκρισία, αποδοκιμασία

harsh criticism or disapproval 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

λογοκρισία

the state of being excommunicated 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store