Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
censored
01
λεκτοκομμένος, εκκαθαρισμένος
(of books, movies, etc.) undergone the removal of the parts that were against a government's political, moral, or religious standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most censored
συγκριτικός βαθμός
more censored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The government censored parts of the news broadcast, removing any content deemed politically sensitive.
Η κυβέρνηση λογοκρίνει μέρη της ειδησεογραφικής μετάδοσης, αφαιρώντας οποιοδήποτε περιεχόμενο θεωρείται πολιτικά ευαίσθητο.
Λεξικό Δέντρο
uncensored
censored
censor



























