Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
censored
01
λεκτοκομμένος, εκκαθαρισμένος
(of books, movies, etc.) undergone the removal of the parts that were against a government's political, moral, or religious standards
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most censored
συγκριτικός βαθμός
more censored
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film was heavily censored before it could be released, with several scenes removed to meet the rating guidelines.
Η ταινία λοιπόν πριν κυκλοφορήσει, με αφαίρεση πολλών σκηνών για να πληροί τις οδηγίες αξιολόγησης.
Λεξικό Δέντρο
uncensored
censored
censor



























