Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Census
01
απογραφή
a periodic count of the population
to census
01
πραγματοποιώ απογραφή, κάνω απογραφή
to systematically collect and record demographic data about a population
Παραδείγματα
By the time they completed censusing the region, they had gathered comprehensive data on its population dynamics.
Μέχρι να ολοκληρώσουν την απογραφή της περιοχής, είχαν συγκεντρώσει ολοκληρωμένα δεδομένα σχετικά με τη δυναμική του πληθυσμού της.



























