Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Census
01
απογραφή
a periodic count of the population
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
censuses
to census
01
πραγματοποιώ απογραφή, κάνω απογραφή
to systematically collect and record demographic data about a population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
census
γ΄ ενικό πρόσωπο
censuses
ενεστώτα μετοχή
censusing
απλός αόριστος
censused
παθητική μετοχή
censused
Παραδείγματα
The government censuses the population every ten years to gather vital demographic information.
Η κυβέρνηση απογραφή του πληθυσμού κάθε δέκα χρόνια για τη συλλογή ζωτικών δημογραφικών πληροφοριών.



























