census
cen
ˈsɛn
σεν
sus
səs
σασ
consensus

Ορισμός και σημασία του "census"στα αγγλικά

01

απογραφή

a periodic count of the population 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
censuses
to census
01

πραγματοποιώ απογραφή, κάνω απογραφή

to systematically collect and record demographic data about a population 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
census
γ΄ ενικό πρόσωπο
censuses
ενεστώτα μετοχή
censusing
απλός αόριστος
censused
παθητική μετοχή
censused
Παραδείγματα
The government censuses the population every ten years to gather vital demographic information. 

Η κυβέρνηση απογραφή του πληθυσμού κάθε δέκα χρόνια για τη συλλογή ζωτικών δημογραφικών πληροφοριών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store