census
cen
ˈsɛn
σεν
sus
səs
σασ
/sˈɛnsəs/

Ορισμός και σημασία του "census"στα αγγλικά

01

απογραφή

a periodic count of the population
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
censuses
to census
01

πραγματοποιώ απογραφή, κάνω απογραφή

to systematically collect and record demographic data about a population
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
census
γ΄ ενικό πρόσωπο
censuses
ενεστώτα μετοχή
censusing
απλός αόριστος
censused
παθητική μετοχή
censused
Παραδείγματα
By the time they completed censusing the region, they had gathered comprehensive data on its population dynamics.
Μέχρι να ολοκληρώσουν την απογραφή της περιοχής, είχαν συγκεντρώσει ολοκληρωμένα δεδομένα σχετικά με τη δυναμική του πληθυσμού της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store