censurable
cen
ˈsɛn
sen
su
ʃə
shē
rable
rəbl
rēbl

Ορισμός και σημασία του "censurable"στα αγγλικά

censurable
01

κατακριτέος, μομφής άξιος

deserving blame or criticism for being wrong, harmful, or immoral 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most censurable
συγκριτικός βαθμός
more censurable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company faced censurable accusations of environmental negligence. 

Η εταιρεία αντιμετώπισε καταδικαστές κατηγορίες περιβαλλοντικής αμέλειας.

Λεξικό Δέντρο

censurable
censure
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store