Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ceaseless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ceaseless
συγκριτικός βαθμός
more ceaseless
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
duration, activity, nature
Παραδείγματα
The city was under ceaseless rain for days, flooding many streets.
Η πόλη βρισκόταν υπό αδιάκοπη βροχή για μέρες, πλημμυρίζοντας πολλούς δρόμους.
02
αδιάκοπος, ατέρμων
appearing to have no end, continuing indefinitely
Παραδείγματα
The ceaseless chatter in the room made it impossible to concentrate.
Η αδιάκοπη φλυαρία στο δωμάτιο έκανε αδύνατο να συγκεντρωθεί κανείς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ceaselessly
ceaselessness
ceaseless
cease



























