Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ceaseless
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ceaseless
συγκριτικός βαθμός
more ceaseless
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her ceaseless dedication to her studies earned her top honors at graduation.
Η αδιάκοπη αφοσίωσή της στις σπουδές της της χάρισε τις υψηλότερες τιμές στη αποφοίτηση.
02
αδιάκοπος, ατέρμων
appearing to have no end, continuing indefinitely
Παραδείγματα
The ocean's ceaseless waves crashed against the shore, as if they had been doing so for eternity.
Τα ακατάπαυστα κύματα του ωκεανού χτυπούσαν στην ακτή, σαν να το έκαναν για την αιωνιότητα.
Λεξικό Δέντρο
ceaselessly
ceaselessness
ceaseless
cease



























