Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caustic
01
καυστική ουσία, διαβρωτική ουσία
any chemical substance that burns or destroys living tissue
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
caustics
caustic
01
διαβρωτικός, καυστικός
the ability to chemically corrode or eat away materials, typically referring to strong acids
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caustic
συγκριτικός βαθμός
more caustic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
chemistry, materials, danger
Παραδείγματα
Extreme caution must be exercised when handling caustic materials to avoid accidents and injury.
Πρέπει να ασκείται ακραία προσοχή κατά την αντιμετώπιση καυστικών υλικών για να αποφευχθούν ατυχήματα και τραυματισμοί.
Παραδείγματα
Jane tried to laugh off the caustic remarks about her presentation, but they clearly stung.
Η Jane προσπάθησε να γελάσει με τις δριμείς παρατηρήσεις για την παρουσίασή της, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι την πλήγωσαν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
encaustic
caustic
caust



























