Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Causeway
01
ανάχωμα, φράγμα
a raised road or track across low or wet ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
causeways
Παραδείγματα
The causeway allowed passage over the marshy terrain.
Ο ανάχωμα επέτρεψε τη διέλευση πάνω από το βαλτώδες έδαφος.
to causeway
01
στρώνω δρόμο με πέτρες, στρώνω με βότσαλα
pave a road with cobblestones or pebbles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
causeway
γ΄ ενικό πρόσωπο
causeways
ενεστώτα μετοχή
causewaying
απλός αόριστος
causewayed
παθητική μετοχή
causewayed
02
χτίζω ένα ανάχωμα, παρέχω μια ανυψωμένη οδό
provide with a causeway
Λεξικό Δέντρο
causeway
cause
way



























