causeway
cause
ˈkɑz
καζ
way
ˌweɪ
ουει
/kˈɔːzwe‍ɪ/

Ορισμός και σημασία του "causeway"στα αγγλικά

01

ανάχωμα, φράγμα

a raised road or track across low or wet ground
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
causeways
Παραδείγματα
They built a causeway to connect the mainland to the island.
Έχτισαν μια ανάχωμα για να συνδέσουν την ηπειρωτική χώρα με το νησί.
to causeway
01

στρώνω δρόμο με πέτρες, στρώνω με βότσαλα

pave a road with cobblestones or pebbles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
causeway
γ΄ ενικό πρόσωπο
causeways
ενεστώτα μετοχή
causewaying
απλός αόριστος
causewayed
παθητική μετοχή
causewayed
02

χτίζω ένα ανάχωμα, παρέχω μια ανυψωμένη οδό

provide with a causeway

Λεξικό Δέντρο

causeway

cause

+

way

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store