Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Causality
01
αιτιότητα, σχέση αιτίου-αποτελέσματος
the relationship between a cause and its effect
Παραδείγματα
The experiment was designed to test the causality of environmental factors on plant growth.
Το πείραμα σχεδιάστηκε για να δοκιμάσει την αιτιότητα των περιβαλλοντικών παραγόντων στην ανάπτυξη των φυτών.
Λεξικό Δέντρο
causality
causal
cause



























