Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caucasian
01
Καυκάσιος
a person belonging to the racial group traditionally characterized by lighter skin tones
Παραδείγματα
The art gallery's audience was diverse, with a mix of Caucasians and people from other racial backgrounds.
Το κοινό της γκαλερί τέχνης ήταν ποικιλόμορφο, με μείγμα Καυκάσιων και ατόμων από άλλες φυλετικές καταβολές.
caucasian
01
καυκάσιος, λευκός
referring to people with light or white skin, typically of European origin
Παραδείγματα
The Caucasian artist's work often explores themes related to European culture and heritage.
Το έργο του Καυκάσιου καλλιτέχνη εξερευνά συχνά θέματα σχετικά με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και την κληρονομιά.



























