Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cathartic
01
καθαρτικό, λαξατικό
a medicine or substance that causes the bowels to empty
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cathartics
Παραδείγματα
The herbal cathartic worked within a few hours.
Το φυτικό καθαρτικό δούλεψε μέσα σε λίγες ώρες.
cathartic
01
καθαρτικός, απελευθερωτικός
providing emotional relief or release
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cathartic
συγκριτικός βαθμός
more cathartic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Creating art can be a cathartic outlet for expressing complex emotions.
Η δημιουργία τέχνης μπορεί να είναι μια καθαρτική διέξοδος για την έκφραση πολύπλοκων συναισθημάτων.
02
καθαρτικό, καθαρτικός
causing the bowels to be emptied rapidly or strongly
Παραδείγματα
She avoided cathartic remedies unless absolutely necessary.
Απέφευγε τα καθαρτικά φάρμακα εκτός αν ήταν απολύτως απαραίτητο.
Λεξικό Δέντρο
cathartic
catharsis



























