Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Caterwaul
01
νιαούρισμα, κραυγή γάτας σε οίστρο
the yowling sound made by a cat in heat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caterwauls
to caterwaul
01
νιαουρίζω, ουρλιάζω
to make a loud, shrill, and often unpleasant noise, akin to howling or screeching, like that of cats
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
caterwaul
γ΄ ενικό πρόσωπο
caterwauls
ενεστώτα μετοχή
caterwauling
απλός αόριστος
caterwauled
παθητική μετοχή
caterwauled
Παραδείγματα
Every night, the stray cats caterwaul outside my window, disrupting my sleep.
Κάθε βράδυ, οι αδέσποτες γάτες ουρλιάζουν έξω από το παράθυρό μου, διαταράσσοντας τον ύπνο μου.



























