cathartic
ca
κα
thar
ˈθɑr
θαρ
tic
tɪk
τικ
/kæθˈɑːtɪk/

Ορισμός και σημασία του "cathartic"στα αγγλικά

01

καθαρτικό, λαξατικό

a medicine or substance that causes the bowels to empty
Παραδείγματα
The herbal cathartic worked within a few hours.
Το φυτικό καθαρτικό δούλεψε μέσα σε λίγες ώρες.
01

καθαρτικός, απελευθερωτικός

providing emotional relief or release
Παραδείγματα
Creating art can be a cathartic outlet for expressing complex emotions.
Η δημιουργία τέχνης μπορεί να είναι μια καθαρτική διέξοδος για την έκφραση πολύπλοκων συναισθημάτων.
02

καθαρτικό, καθαρτικός

causing the bowels to be emptied rapidly or strongly
Παραδείγματα
She avoided cathartic remedies unless absolutely necessary.
Απέφευγε τα καθαρτικά φάρμακα εκτός αν ήταν απολύτως απαραίτητο.

Λεξικό Δέντρο

cathartic
catharsis
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store