cathartic
ca
thar
ˈθɑ:
thaa
tic
tɪk
tik
cathectic

Ορισμός και σημασία του "cathartic"στα αγγλικά

01

καθαρτικό, λαξατικό

a medicine or substance that causes the bowels to empty 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
cathartics
Παραδείγματα
The doctor prescribed a strong cathartic before the surgery. 

Ο γιατρός συνέταξε ένα ισχυρό καθαρτικό πριν από τη χειρουργική επέμβαση.

01

καθαρτικός, απελευθερωτικός

providing emotional relief or release 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cathartic
συγκριτικός βαθμός
more cathartic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, therapy, experience
Παραδείγματα
Writing in a journal can be a cathartic way to process emotions. 

Το γράψιμο σε ένα ημερολόγιο μπορεί να είναι ένας καθαρτικός τρόπος επεξεργασίας συναισθημάτων.

02

καθαρτικό, καθαρτικός

causing the bowels to be emptied rapidly or strongly 
Παραδείγματα
The doctor recommended a cathartic drink to relieve her discomfort. 

Ο γιατρός συνέστησε ένα καθαρτικό ποτό για να ανακουφίσει τη δυσφορία της.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

cathartic
catharsis
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store