carom
ca
ˈkæ
rom
rəm
rēm
carumcarrom

Ορισμός και σημασία του "carom"στα αγγλικά

01

καραμπόλα, χτύπημα καραμπόλας

the act of hitting one ball with the cue ball, which then strikes one or more other balls on the table without any balls being pocketed into a pocket 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caroms
Παραδείγματα
He executed a perfect carom, bouncing off two rails to hit the target ball. 

Εκτέλεσε ένα τέλειο carom, αναπηδώντας από δύο ράγες για να χτυπήσει την μπάλα στόχο.

02

μια πλάγια ανάκρουση, ανάκρουση

a glancing rebound 
to carom
01

κάνω ένα καρόμ, πραγματοποιώ καρόμ

make a carom 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
carom
γ΄ ενικό πρόσωπο
caroms
ενεστώτα μετοχή
caroming
απλός αόριστος
caromed
παθητική μετοχή
caromed
02

αναπηδώ, αποκρούω

rebound after hitting 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store