Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Carom
01
καραμπόλα, χτύπημα καραμπόλας
the act of hitting one ball with the cue ball, which then strikes one or more other balls on the table without any balls being pocketed into a pocket
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
caroms
Παραδείγματα
He executed a perfect carom, bouncing off two rails to hit the target ball.
Εκτέλεσε ένα τέλειο carom, αναπηδώντας από δύο ράγες για να χτυπήσει την μπάλα στόχο.
02
μια πλάγια ανάκρουση, ανάκρουση
a glancing rebound
to carom
01
κάνω ένα καρόμ, πραγματοποιώ καρόμ
make a carom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
carom
γ΄ ενικό πρόσωπο
caroms
ενεστώτα μετοχή
caroming
απλός αόριστος
caromed
παθητική μετοχή
caromed
02
αναπηδώ, αποκρούω
rebound after hitting



























