caring
ca
ˈkeə
ke
ring
rɪng
ring
carpingcuringcasingcarving

Ορισμός και σημασία του "caring"στα αγγλικά

01

στοργικός, φροντίζων

showing concern for the well-being of others and being kind and supportive in one's actions and interactions 
caring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caring
συγκριτικός βαθμός
more caring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She is known for her caring nature, always willing to lend a helping hand to those in need. 

Είναι γνωστή για τη φροντίδα της φύση, πάντα πρόθυμη να δώσει ένα βοηθητικό χέρι σε όσους το χρειάζονται.

01

φροντίδα, συμπόνια

a feeling or attitude of love, concern, or kindness toward others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her caring for the sick was evident to everyone. 

Η φροντίδα της για τους ασθενείς ήταν εμφανής σε όλους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store