caring
Pronunciation
/ˈkɛɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "caring"στα αγγλικά

01

στοργικός, φροντίζων

showing concern for the well-being of others and being kind and supportive in one's actions and interactions
caring definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caring
συγκριτικός βαθμός
more caring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher 's caring attitude made students feel comfortable approaching her with their problems.
Η στοργική στάση του δασκάλου έκανε τους μαθητές να αισθάνονται άνετα να την πλησιάσουν με τα προβλήματά τους.
01

φροντίδα, συμπόνια

a feeling or attitude of love, concern, or kindness toward others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The teacher praised the student's caring toward classmates.
Ο δάσκαλος επαίνεσε τη φροντίδα του μαθητή για τους συμμαθητές του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store