Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caring
01
στοργικός, φροντίζων
showing concern for the well-being of others and being kind and supportive in one's actions and interactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caring
συγκριτικός βαθμός
more caring
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
personality, behavior, relationships
Παραδείγματα
She is known for her caring nature, always willing to lend a helping hand to those in need.
Είναι γνωστή για τη φροντίδα της φύση, πάντα πρόθυμη να δώσει ένα βοηθητικό χέρι σε όσους το χρειάζονται.
Caring
01
φροντίδα, συμπόνια
a feeling or attitude of love, concern, or kindness toward others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Her caring for the sick was evident to everyone.
Η φροντίδα της για τους ασθενείς ήταν εμφανής σε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncaring
caring
care



























