Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
caring
01
στοργικός, φροντίζων
showing concern for the well-being of others and being kind and supportive in one's actions and interactions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most caring
συγκριτικός βαθμός
more caring
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher 's caring attitude made students feel comfortable approaching her with their problems.
Η στοργική στάση του δασκάλου έκανε τους μαθητές να αισθάνονται άνετα να την πλησιάσουν με τα προβλήματά τους.
Caring
01
φροντίδα, συμπόνια
a feeling or attitude of love, concern, or kindness toward others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The teacher praised the student's caring toward classmates.
Ο δάσκαλος επαίνεσε τη φροντίδα του μαθητή για τους συμμαθητές του.
Λεξικό Δέντρο
uncaring
caring
care



























