carman
car
ˈkɑ:
kaa
man
mæn
mān
caimancaymancabman

Ορισμός και σημασία του "carman"στα αγγλικά

01

μηχανοδηγός, οδηγός τρένου

a person who drives and operates a railway train 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
carmen
Παραδείγματα
The carman carefully inspected the freight cars before departing to ensure everything was secure. 

Ο μηχανοδηγός επιθεώρησε προσεκτικά τα βαγόνια φορτίου πριν αναχωρήσει για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν ασφαλή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store