Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
carnelian
01
κορνεολένιος, κοκκινωπό-καφέ όπως ο σαρδόνυχας
of a reddish-brown color, resembling the color of the mineral carnelian
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most carnelian
συγκριτικός βαθμός
more carnelian
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The carnelian accents in the artwork brought vibrancy to the gallery.
Οι τόνωσεις σαρδόνυχα στο έργο τέχνης έδωσαν ζωντάνια στη γκαλερί.



























