Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adulate
01
κολακεύω, υπερεπαινώ
to excessively praise someone, often with the intent of gaining favor or approval
Transitive: to adulate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adulate
γ΄ ενικό πρόσωπο
adulates
ενεστώτα μετοχή
adulating
απλός αόριστος
adulated
παθητική μετοχή
adulated
Παραδείγματα
The author was adulated by fans for their groundbreaking work in the literary world.
Ο συγγραφέας εξυμνήθηκε από τους θαυμαστές για το πρωτοποριακό του έργο στον λογοτεχνικό κόσμο.
Λεξικό Δέντρο
adulation
adulator
adulatory
adulate
adul



























