Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adrenal
01
επινεφριδιακός, αδρεναλικός
relating to the glands located on top of the kidneys that produce hormones like adrenaline
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His doctor suspected adrenal fatigue due to his constant exhaustion.
Ο γιατρός του υποψιάστηκε επινεφριδιακή κόπωση λόγω της συνεχούς εξάντλησής του.
02
επινεφριδιακός, γειτονικός στα νεφρά
near the kidneys
Adrenal
01
επινεφρίδιο, αδρεναλικός αδένας
a small endocrine organ located on top of the kidneys that produces hormones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adrenals



























