capability
Pronunciation
/ˌkeɪpəˈbɪɫəti/

Ορισμός και σημασία του "capability"στα αγγλικά

01

ικανότητα, δυνατότητα

the ability or potential of doing something or achieving a certain goal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capabilities
Παραδείγματα
The athlete ’s capability to recover quickly after injury gave him a competitive edge.
Η ικανότητα του αθλητή να αναρρώνει γρήγορα μετά από έναν τραυματισμό του έδωσε ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
02

ικανότητα, δεξιότητα

an aptitude that may be developed
03

ικανότητα, ευαισθησία

the susceptibility of something to a particular treatment

Λεξικό Δέντρο

incapability
capability
capable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store