Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Capability
01
ικανότητα, δυνατότητα
the ability or potential of doing something or achieving a certain goal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
capabilities
Παραδείγματα
The new software has the capability to process large amounts of data.
Το νέο λογισμικό έχει την ικανότητα να επεξεργάζεται μεγάλες ποσότητες δεδομένων.
02
ικανότητα, δεξιότητα
an aptitude that may be developed
03
ικανότητα, ευαισθησία
the susceptibility of something to a particular treatment
Λεξικό Δέντρο
incapability
capability
capable



























