potentiality
Pronunciation
/pətˈɛnʃɪˈælɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "potentiality"στα αγγλικά

01

δυναμικότητα, πιθανότητα

the possibility of something developing, becoming actual, or achieving success in the future
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
potentialities
Παραδείγματα
The scientist studied the potentiality of new chemical compounds to treat diseases.
Ο επιστήμονας μελέτησε τη δυνατότητα νέων χημικών ενώσεων να θεραπεύουν ασθένειες.
02

δυναμικότητα

an aptitude that may be developed

Λεξικό Δέντρο

potentiality
potential
potent
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store