potentiality
po
πα
ten
ˌtɛn
τεν
tia
ˈʃiæ
σιαι
li
λα
ty
ti
τι
essentialityinessentiality

Ορισμός και σημασία του "potentiality"στα αγγλικά

01

δυναμικότητα, πιθανότητα

the possibility of something developing, becoming actual, or achieving success in the future 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
potentialities
Παραδείγματα
The potentiality of the new technology to revolutionize healthcare is widely recognized. 

Η δυνατότητα της νέας τεχνολογίας να επαναπροσδιορίσει την υγειονομική περίθαλψη είναι ευρέως αναγνωρισμένη.

02

δυναμικότητα

an aptitude that may be developed 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

potentiality
potential
potent
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store