admirable
Pronunciation
/ˈædmɝəbəɫ/, /ˈædmɹəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "admirable"στα αγγλικά

01

αξιοθαύμαστος

deserving of praise and respect due to excellent standards and positive attributes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most admirable
συγκριτικός βαθμός
more admirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His admirable ability to stay calm and composed in stressful situations earned him the admiration of his peers.
Η αξιοθαύμαστη ικανότητά του να παραμένει ήρεμος και συγκεντρωμένος σε στρεσογόνες καταστάσεις του χάρισε τον θαυμασμό των συνομηλίκων του.
02

αξιοθαύμαστος

inspiring admiration or approval
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store