Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
admirable
01
αξιοθαύμαστος
deserving of praise and respect due to excellent standards and positive attributes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most admirable
συγκριτικός βαθμός
more admirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His admirable honesty and integrity made him a trusted leader in the company.
Η αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια και ακεραιότητά του τον έκαναν έναν αξιόπιστο ηγέτη στην εταιρεία.
02
αξιοθαύμαστος
inspiring admiration or approval
Λεξικό Δέντρο
admirability
admirableness
admirably
admirable
admire



























