admirable
ad
ˈæd
ād
mi
mi
rable
rəbl
rēbl
admittableadorable

Ορισμός και σημασία του "admirable"στα αγγλικά

01

αξιοθαύμαστος

deserving of praise and respect due to excellent standards and positive attributes 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most admirable
συγκριτικός βαθμός
more admirable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His admirable honesty and integrity made him a trusted leader in the company. 

Η αξιοθαύμαστη ειλικρίνεια και ακεραιότητά του τον έκαναν έναν αξιόπιστο ηγέτη στην εταιρεία.

02

αξιοθαύμαστος

inspiring admiration or approval 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store