calm
calm
kɑ:m
kaam
promguamhalmIslam

Ορισμός και σημασία του "calm"στα αγγλικά

01

ήρεμος, ψύχραιμος

not showing worry, anger, or other strong emotions 
calm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
calmest
συγκριτικός βαθμός
calmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the chaos around her, she remained calm and composed. 

Παρά το χάος γύρω της, παρέμεινε ήρεμη και συγκεντρωμένη.

1.1

ήρεμος, γαλήνιος

describing the weather when there is no wind or storm 
calm definition and meaning
Παραδείγματα
The sea was calm, with not a ripple in sight. 

Η θάλασσα ήταν ήρεμη, χωρίς ούτε μια κυματιά στο οπτικό πεδίο.

02

ήρεμος

peaceful and free from disorder or violence after disturbance or unrest 
Παραδείγματα
After the protests ended, the streets became calm by morning. 

Μετά το τέλος των διαδηλώσεων, οι δρόμοι έγιναν ήρεμοι μέχρι το πρωί.

03

ήρεμος, γαλήνιος

(of a body of water) smooth and undisturbed by large waves or rough motion 
Παραδείγματα
The sailors crossed the calm sea with ease. 

Οι ναύτες διέσχισαν την ήρεμη θάλασσα με ευκολία.

to calm
01

ηρεμώ, καθησυχάζω

to make someone become relaxed and quiet 
to calm definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
calm
γ΄ ενικό πρόσωπο
calms
ενεστώτα μετοχή
calming
απλός αόριστος
calmed
παθητική μετοχή
calmed
Παραδείγματα
After a hectic day, she regularly calms herself by practicing meditation. 

Μετά από μια πολυάσχολη μέρα, ηρεμεί τακτικά τον εαυτό της με το να ασκείται στη διαλογισμό.

1.1

ηρεμώ, καθησυχάζω

cause to be calm or quiet as by administering a sedative to 
1.2

ηρεμώ, καθησυχάζω

become quiet or calm, especially after a state of agitation 
02

ηρεμώ, σταθεροποιώ

make steady 
01

ηρεμία, ψυχραιμία

steadiness of mind under stress 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calms
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store