Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
calm
01
ήρεμος, ψύχραιμος
not showing worry, anger, or other strong emotions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
calmest
συγκριτικός βαθμός
calmer
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Even when criticized, he responded in a calm and collected manner.
Ακόμα και όταν επικρίθηκε, απάντησε με ήρεμο και συγκεντρωμένο τρόπο.
1.1
ήρεμος, γαλήνιος
describing the weather when there is no wind or storm
Παραδείγματα
The forecast predicted a calm evening, ideal for a walk.
Η πρόγνωση προέβλεπε μια ήρεμη βραδιά, ιδανική για έναν περίπατο.
to calm
01
ηρεμώ, καθησυχάζω
to make someone become relaxed and quiet
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
calm
γ΄ ενικό πρόσωπο
calms
ενεστώτα μετοχή
calming
απλός αόριστος
calmed
παθητική μετοχή
calmed
Παραδείγματα
Right now, the soothing music is actively calming the atmosphere in the room.
Αυτή τη στιγμή, η χαλαρωτική μουσική ηρεμεί ενεργά την ατμόσφαιρα στο δωμάτιο.
1.1
ηρεμώ, καθησυχάζω
cause to be calm or quiet as by administering a sedative to
1.2
ηρεμώ, καθησυχάζω
become quiet or calm, especially after a state of agitation
02
ηρεμώ, σταθεροποιώ
make steady
Calm
01
ηρεμία, ψυχραιμία
steadiness of mind under stress
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
calmly
calmness
calm



























