calamity
ca
κα
la
ˈlæ
λαι
mi
μα
ty
ti
τι
/kɐlˈæmɪti/

Ορισμός και σημασία του "calamity"στα αγγλικά

01

συμφορά, καταστροφή

an event causing great and often sudden damage, distress, or destruction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
calamities
Παραδείγματα
The dam 's failure resulted in a calamity, with a massive flood sweeping through the downstream areas.
Η αποτυχία του φράγματος οδήγησε σε μια καταστροφή, με ένα τεράστιο πλημμυρικό κύμα να σαρώνει τις περιοχές νοτίως.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store