Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Calamity
01
συμφορά, καταστροφή
an event causing great and often sudden damage, distress, or destruction
Παραδείγματα
The dam 's failure resulted in a calamity, with a massive flood sweeping through the downstream areas.
Η αποτυχία του φράγματος οδήγησε σε μια καταστροφή, με ένα τεράστιο πλημμυρικό κύμα να σαρώνει τις περιοχές νοτίως.



























