cakewalk
cake
ˈkeɪk
keik
walk
wɔ:k
vawk

Ορισμός και σημασία του "cakewalk"στα αγγλικά

01

χορός του cakewalk, cakewalk

a 19th-century African American dance with high-stepping and strutting movements, often performed in competitions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cakewalks
Παραδείγματα
The cakewalk was popular in minstrel shows. 

Το cakewalk ήταν δημοφιλές στις παραστάσεις μινστρέλων.

02

παιχνιδάκι, πολύ εύκολο

an easy accomplishment 
03

παιχνιδάκι, βόλτα

not in active use 
to cakewalk
01

εκτελώ το cakewalk, χορεύω το cakewalk

perform the cakewalk dance 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cakewalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
cakewalks
ενεστώτα μετοχή
cakewalking
απλός αόριστος
cakewalked
παθητική μετοχή
cakewalked
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store