Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cakewalk
01
χορός του cakewalk, cakewalk
a 19th-century African American dance with high-stepping and strutting movements, often performed in competitions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cakewalks
Παραδείγματα
Cakewalk influenced later tap and jazz dances.
Το Cakewalk επηρέασε τους μεταγενέστερους χορούς ταπ και τζαζ.
02
παιχνιδάκι, πολύ εύκολο
an easy accomplishment
03
παιχνιδάκι, βόλτα
not in active use
to cakewalk
01
εκτελώ το cakewalk, χορεύω το cakewalk
perform the cakewalk dance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
cakewalk
γ΄ ενικό πρόσωπο
cakewalks
ενεστώτα μετοχή
cakewalking
απλός αόριστος
cakewalked
παθητική μετοχή
cakewalked



























