adjustable
Pronunciation
/əˈdʒəstəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "adjustable"στα αγγλικά

adjustable
01

προσαρμοστικός, ρυθμιζόμενος

able to be changed or adapted to fit different needs, preferences, or circumstances
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adjustable
συγκριτικός βαθμός
more adjustable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adjustable dumbbells can be adjusted to vary the weight for different exercises.
Τα προσαρμοζόμενα αλτήρια μπορούν να ρυθμιστούν για να αλλάζουν το βάρος για διαφορετικές ασκήσεις.
02

προσαρμοστικός, ρυθμιζόμενος

capable of being regulated

Λεξικό Δέντρο

unadjustable
adjustable
adjust
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store