Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adjure
01
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to strongly and sincerely request something
Ditransitive: to adjure sb to do sth
Παραδείγματα
In the face of a humanitarian crisis, the aid workers adjured the international community to provide urgent assistance.
Αντιμέτωποι με μια ανθρωπιστική κρίση, οι εργαζόμενοι στη βοήθεια παρακάλεσαν τη διεθνή κοινότητα να παρέχει επείγουσα βοήθεια.
02
παραγγέλλω επίσημα, διατάσσω
to formally command someone to do something
Ditransitive: to adjure sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adjure
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjures
ενεστώτα μετοχή
adjuring
απλός αόριστος
adjured
παθητική μετοχή
adjured
Παραδείγματα
The commanding officer adjured the soldiers to obey orders without hesitation.
Ο διοικητής παρακάλεσε τους στρατιώτες να υπακούουν στις εντολές χωρίς δισταγμό.
Λεξικό Δέντρο
adjuratory
adjure



























