Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to adjure
01
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to strongly and sincerely request something
Ditransitive: to adjure sb to do sth
Παραδείγματα
Facing an imminent threat, the citizens adjured their government to take swift action to ensure their safety.
Αντιμέτωποι με μια επικείμενη απειλή, οι πολίτες παρακάλεσαν την κυβέρνησή τους να λάβει γρήγορες δράσεις για να εξασφαλίσει την ασφάλειά τους.
02
παραγγέλλω επίσημα, διατάσσω
to formally command someone to do something
Ditransitive: to adjure sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
adjure
γ΄ ενικό πρόσωπο
adjures
ενεστώτα μετοχή
adjuring
απλός αόριστος
adjured
παθητική μετοχή
adjured
Παραδείγματα
The council adjured the citizens to comply with the evacuation order issued due to the approaching hurricane.
Το συμβούλιο παρακάλεσε τους πολίτες να συμμορφωθούν με την εντολή εκκένωσης που εκδόθηκε λόγω του επερχόμενου τυφώνα.
Λεξικό Δέντρο
adjuratory
adjure



























