adjudicator
ad
ə
α
ju
ˈʤu:
τζου
di
ντι
ca
keɪ
κει
tor
τα

Ορισμός και σημασία του "adjudicator"στα αγγλικά

01

διαιτητής, δικαστής

someone who makes a formal decision about who is right in an argument or dispute 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
adjudicators
Παραδείγματα
The adjudicator carefully reviewed the evidence before making a final ruling. 

Ο διαιτητής εξέτασε προσεκτικά τα στοιχεία πριν από την τελική απόφαση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

adjudicator
adjudicate
adjudic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store